θυρσοπλήξ

θυρσο-πλήξ, ῆγος, , ,
A thyrsus-stricken, frantic, [

ἑσμὸς] τεχνιτῶν Limen.19

, cf. Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • θυρσοπλήξ — θυρσοπλήξ, ῆγος, ὁ, ἡ (Α) αυτός που έχει χτυπηθεί από θύρσο, ο θεόπνευσρος, ο θεόληπτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < θύρσος + πλήξ (< πληξ < πλήσσω), πρβλ. αμφι πλήξ, κυματο πλήξ] …   Dictionary of Greek

  • θύρσος — Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Πέθανε με μαρτυρικό τρόπο επί Δεκίου (249 251) στην Απολλωνία της Φρυγίας, μαζί με τον Καλλίνικο και τον Λεύκιο. Η μνήμη τους τιμάται στις 14 Δεκεμβρίου. 2. Μαρτύρησε μαζί με την Αγνή. Η μνήμη του… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.